κλείσιμο

Η Κοσμονοοτροπία του Édouard Glissant: Μια εισαγωγή στην ταινία One World in Relation

Το βρίσκω πολύ ευχάριστο να περνώ από μια ατμόσφαιρα σε μια άλλη διασχίζοντας ένα σύνορο. Πρέπει να βάλουμε κάποτε ένα τέλος στην ιδέα ότι τα σύνορα προασπίζουν και εμποδίζουν. Τα σύνορα πρέπει να είναι διαπερατά, όχι όπλα κατά της μετανάστευσης.
—Édouard Glissant, One World in Relation1

 

 

 

H θεμελιώδης διατριβή του Εντουάρντ Γκλισάν Philosophie de la Relation (Φιλοσοφία της Συνάφειας) εκδόθηκε το 20082 σε μια εποχή που οι αποκαλούμενοι nouveaux philosophes (νέοι φιλόσοφοι) έπαιρναν θέση στη συζήτηση γύρω από τη σύγκρουση των πολιτισμών και ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί αναζητούσε αποδιοπομπαίους τράγους στην πύρινη ρητορική του γύρω από την «παρακμή της εθνικής ταυτότητας». Θυμάμαι να παρακολουθώ ένα συνέδριο εκείνο τον χρόνο στο Παρίσι, στο Maison de l’Amerique Latine, στην οδό Σεν Ζερμέν, με τίτλο Politiques du Tout-Monde (Πολιτικές του Ενός Κόσμου). Ο συντονιστής του συνεδρίου, φιλόσοφος François Noudelmann, συνόψισε την εκδήλωση ως μία αντίδραση στους «τοίχους που υψώνονται για να εμποδίσουν την ελεύθερη μετακίνηση των ανθρώπων ενώ τα έθνη κλείνονται στους εαυτούς τους και οι άνθρωποι επιστρέφουν σε ταυτότητες προκαθορισμένες από ντετερμινιστικές γενεαλογίες».

Επίκεντρο της διάσκεψης του Παρισιού ήταν οι βασικές για τον Γκλισάν έννοιες της συνάφειας, την αδιαφάνειας, την κρεολοποίησης και της αποστασίας. Ο συγγραφέας και στοχαστής από τη Μαρτινίκα, υπήρξε, βεβαίως, ο πρώτος φιλόσοφος της μετα-πατρότητας, και δεν αναφέρομαι μόνο στην επαναστατική του τοποθέτηση σχετικά με την αποστασία υπό την έννοια της ρήξης με τη γενεαλογία και την παράδοση των δυτικών και μη-δυτικών φιλοσοφιών που αφορούν τις δυαδικές αντιθέσεις και αντιφάσεις, αλλά και στον ίδιο ως αυτοφυή φιλόσοφο, υπό την έννοια ότι ανασυγκρότησε τον εαυτό του με σκοπό να υπερβεί μία παθολογική περιπλοκότητα την οποία συσχέτισε με τη σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση. Πράγματι, το να πούμε ότι ο Γκλισάν είναι ένας φιλόσοφος της μετα-πατρότητας μας βοηθάει περισσότερο να αναγνωρίσουμε τον ρόλο του ως θεωρητικού της έννοιας της συνάφειας, η οποία υπερβαίνει την αντιθετική συζήτηση για το όμοιο και το Άλλο, υιοθετώντας ένα νέο όραμα της διαφοράς ως συναρμολογητή των «ανόμοιων». Η ιδέα του αναγνωρίζει και ενισχύει τις σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους και τόπους, έμψυχα και άψυχα αντικείμενα, ορατές και αόρατες δυνάμεις, τον αέρα, το νερό, τη φωτιά, τη βλάστηση, τα ζώα και τους ανθρώπους.

Manthia Diawara, Édouard Glissant: One World in Relation, K’a Yéléma Productions, 2009, 48 λεπτά, film still

Γεννημένος στο Σεν Μαρί της Μαρτινίκας το 1928, ο Γκλισάν φοίτησε στο Λύκειο Victor Schoelcher στην πρωτεύουσα της Μαρτινίκας, το Φορ ντε Φρανς. Ο Frantz Fanon φοίτησε κι αυτός στο ίδιο εκπαιδευτικό ίδρυμα∙ ο Aimé Césaire ήταν καθηγητής εκεί. Στις γαλλικές βουλευτικές εκλογές του 1945 ο Césaire κατέβηκε ως υποψήφιος με την κομμουνιστική πλατφόρμα και ο Γκλισάν εργάστηκε στην προεκλογική εκστρατεία του. Αφού μετανάστευσε στο Παρίσι για να σπουδάσει εθνολογία και φιλοσοφία, ο Γκλισάν έγινε ποιητής και συγγραφέας, εξέδωσε τις πρώτες ποιητικές συλλογές του όπως και τη συλλογή δοκιμίων Soleil de la Conciousness (O Ήλιος της Συνείδησης, 1956) και άρχισε να εργάζεται για το αντιαποικιακό κίνημα. Τελικά επέστρεψε στην Μαρτινίκα, όπου ίδρυσε την επιθεώρηση Acoma και το ινστιτούτο Martiniquais d’Études, προτού εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Παρίσι. Δίδαξε για δεκαετίες, εξέδωσε το σημαντικό έργο Poétique de la relation (Ποιητική της Συνάφειας, 1990), μεταξύ πολλών άλλων βιβλίων, και το 1992 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ.

Συνοψίζοντας, ο ποιητής Γκλισάν έγινε φιλόσοφος για να αποκαλύψει τη ρευστότητα της συνάφειας πίσω από τις κλειστές πόρτες των συστημάτων των διακρίσεων, του διαχωρισμού και της απόρριψης και για να επιμείνει ότι η διαφορά είναι περισσότερο εποικοδομητική όταν αντιμετωπίζεται ως υποπροϊόν αλληλεγγύης και συμφιλίωσης ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα στοιχεία του Ενός Κόσμου. Στην «κοσμονοοτροπία» του Γκλισάν η συνάφεια και η διαφορά συνδέουν οντότητες οι οποίες χρειάζονται η μία την ενέργεια της άλλης για να υπάρξουν με ομορφιά και ελευθερία. Πεπεισμένος ότι η δυτική φιλοσοφία ήταν ανίκανη να απεμπλακεί από τα προνόμια της πατρότητας και της νομιμοποίησης –  και να διατηρήσει μία ανθρώπινη και ισότιμη σχέση με το Άλλο, το οποίο ισοδυναμεί με πάνω από τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της γης, όπως και με το περιβάλλον –ο Γκλισάν έπρεπε να αναπλάσει τον εαυτό του ως «έναν ορφανό φιλόσοφο που μιλούσε για μία νέα κατάσταση του κόσμου». Χρησιμοποιώ τον όρο «κοσμονοοτροπία», ως αντίθεση στην κατάσταση πραγμάτων που παράγεται από την παγκοσμιοποίηση και τις νεοφιλελεύθερες μορφές κεφαλαιακής συσσώρευσης. Οι προάγγελοι και εφάμιλλοι του Γκλισάν περιλάμβαναν τους Dubois (Ντυμπουά), Μαρξ, Deleuze (Ντελέζ), αλλά και τους Σεζάρ και Φανόν. Παρ’ όλα αυτά, όλοι αυτοί υπήρξαν διαλεκτικοί στοχαστές κατά ποικίλους τρόπους, με την εξαίρεση ίσως του Σεζάρ, ο οποίος –όπως και ο Γκλισάν- συχνά βασίζονταν στην ποίηση και την ενόραση για να δώσει νόημα στον κόσμο του.

Έγινα στενός φίλος του Εντουάρ και της Συλβί Γκλισάν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, λίγο αφότου άρχισα να διδάσκω στο Graduate Center του City University της Νέας Υόρκης (CUNY). Πάντα θαύμαζα το έργο του Γκλισάν, το οποίο θεωρούσα αντίδοτο στις παθολογικές υπερβολές των πολυπολιτισμικών κινημάτων των «καθαρών» πολιτικών ταυτότητας των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Όμως μόνο το 2008 ο Γκλισάν μου παραχώρησε την άδεια να γυρίσω μια ταινία με θέμα τις ιδέες του. Όπως ήταν φυσικό, πήγα με την κάμερά μου στο συνέδριο «Πολιτικές του Ενός Κόσμου» στο Παρίσι, ελπίζοντας ότι θα μου παρείχε μερικές ιδέες σχετικά με την ταινία που ετοίμαζα με θέμα τον Γκλισάν και το έργο μου.

Η μεγαλύτερή μου έκπληξη ήταν ότι ο Γκλισάν περίμενε μέχρι το τέλος της εκδήλωσης για να με οδηγήσει παράμερα σε μία από τις μικρές αίθουσες του δεύτερου ορόφου, όπου είπε ότι ήθελε να με συστήσει σε έναν άνδρα από το Μάλι. Ο Γκλισάν μου είπε ότι ο άνδρας ήθελε να με γνωρίσει επειδή είχε ακούσει ότι καταγόμουν από το Μάλι και ότι είχα διδάξει σε ένα πανεπιστήμιο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Γκλισάν είπε ότι ο ίδιος μαζί με τον κύκλο του από γάλλους διανοούμενους και ακτιβιστές είχαν εργαστεί σκληρά το καλοκαίρι του 2007 για να εμποδίσουν την γαλλική κυβέρνηση να απελάσει πίσω στη χώρα του αυτό τον άνδρα και την οικογένειά του, μαζί με εκατοντάδες άλλους ανθρώπους από το Μάλι.

Ο Γκλισάν είπε επίσης ότι η συνάντησή μας θα έδινε ελπίδα στον άνδρα από το Μάλι, επειδή καταγόμαστε και οι δύο από την ίδια περιοχή του κόσμου, και εγώ είχα πετύχει στη «Δύση». Ξαφνιάστηκα ακούγοντας μία τέτοια γλώσσα από έναν ποιητή και φιλόσοφο της συνάφειας και των ταυτοτήτων που είχαν αποκτηθεί μέσα από τη ζωή της περιπλάνησης. Παρ’όλα αυτά, μου κίνησε την περιέργεια ο ρόλος του Γκλισάν ως ακτιβιστής για λογαριασμό των sans-papiers, των λεγόμενων «παράνομων» μεταναστών στη Γαλλία. Συνεπώς, λαχταρούσα κι εγώ να συναντήσω τον άνδρα και αναζητούσα τρόπο για να τον περιλάβω  στην ταινία μου σχετικά με τον Ένα Κόσμο του Γκλισάν. Πράγματι, όλοι στο συνέδριο μιλούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για την πολιτική και την τέχνη, και για το πώς το όραμα του Γκλισάν για τον κόσμο μας βοηθούσε να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπαμε τον έτερο, και πώς να προσεγγίσουμε τις ίδιες τις ταυτότητές μας σα να βρίσκονται υπό διαρκή «κρεολοποίηση», πράγμα που ωφελεί τις ζωντανές κουλτούρες.  Το μέρος ήταν γεμάτο ποιητές, μουσικούς, φιλοσόφους, γιατρούς, πολιτικούς, ριζοσπάστες δημοσιογράφους, σχεδιαστές μόδας και φοιτητές που δεν είχαν πρόβλημα να κατανοήσουν την «κοσμονοοτροπία» -  ένα νέο κόσμο με μία νέα νοοτροπία –  για την οποία είχε γράψει ο Γκλισάν στην Philosophie de la Relation. Γι’ αυτό τον σκοπό, αναρωτήθηκα πώς θα ταίριαζε σε αυτόν τον κόσμο έναν πρώην «παράνομος» μετανάστης και πώς θα μιλούσε για τον εαυτό του. Ίσως, σκέφτηκα, θα μπορούσα να τον βάλω να μιλήσει στην ταινία μου.

Όμως ο Γκλισάν, ο οποίος ήταν πάντα καχύποπτος απέναντι στις συμβατικές μορφές ρεαλισμού και τις ιδέες της ανακάλυψης και της κατοχής, με προειδοποίησε γρήγορα να μην καταφύγω σε ένα τέτοιο ντοκιμαντερίστικο στυλ, το οποίο όπως είπε έφερε άρωμα εξαπάτησης, και συνεπώς ήταν κοινότυπο και ασήμαντο από καλλιτεχνική άποψη. Μου είπε ότι κάποτε είχε φοιτήσει στην Institut des Hautes Études Cinématographiques (IDHEC), την περίφημη σχολή κινηματογράφου στο Παρίσι, αλλά ότι δεν ακολούθησε καριέρα σκηνοθέτη εξαιτίας της χαρακτηριστικής ροπής του μέσου στη διαφάνεια και τη λογική. Τον ρώτησα ποιες είναι οι αγαπημένες του ταινίες. Μου είπε ότι του άρεσε το Les Maîtres Fous (The Mad Masters, 1955) για τα παρατεταμένα πλάνα του και οι ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού, οι οποίες ήταν πιο ποιητικές, και συνεπώς πιο αδιαφανείς, όπως είπε, απ’ όσο προϋπέθετε το ίδιο το είδος.

Manthia Diawara, Édouard Glissant: One World in Relation, K’a Yéléma Productions, 2009, 48 min., film still

Τώρα λαχταρούσα ακόμα περισσότερο να γνωρίσω τον άνθρωπό μας από το Μάλι, και συγχρόνως ήλπιζα ότι εκείνος κι εγώ δεν θα απογοητεύαμε τον Γκλισάν επιδεικνύοντας μία αποκλειστική εθνική ταυτότητα (την νεγρότητά μας) ή όντας πολύ εξωτικοί (σύμφωνα με την ανθρωπολογία, «αυθεντικοί αυτόχθονες άνθρωποι»). Μετά τους χαιρετισμούς και τις συστάσεις, ο Γκλισάν άφησε τον άνδρα από το Μάλι κι εμένα στο δωμάτιο, σα να ήθελε να μας εξασφαλίσει απομόνωση. Ο άνδρας ήταν γύρω στα πενήντα και φορούσε παραδοσιακή γαλάζια κελεμπία, με χρυσά κεντίδια γύρω από τον λαιμό. Τον έλεγαν Μαμαντού Σουμαρέ, και μου είπε ότι είχε επιμείνει να με συναντήσει μόνο για έναν λόγο, ο οποίος ήταν να ευχαριστήσω τον Γκλισάν για όλα όσα είχε κάνει για αυτόν και την οικογένειά του, και, πάνω απ’ όλα, επειδή τον περιέλαβε στον «κόσμο του», σαν εκείνος, ο Μαμαντού, να ήταν εξίσου καταρτισμένος και σημαντικός όπως όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην αίθουσα του σεμιναρίου. Μου είπε να πω στον Γκλισάν ότι παρόλο που εκείνος, ο Μαμαντού, μιλούσε μόνο στοιχειώδη γαλλικά, καταλάβαινε τί έλεγε ο καθένας στο συνέδριο. Επανέλαβε ότι το μόνο που ήθελε από μένα ήταν να ευχαριστήσω τον Γκλισάν εκ μέρους του∙ δεν ήθελε τίποτε άλλο.

Ο Μαμαντού κι εγώ χαιρετηθήκαμε στα σονίνκε, την μητρική μας γλώσσα, και κλείνοντας την μικρή τελετή προσευχήθηκε στον Θεό να χαρίσει περισσότερη ειρήνη στην υπόλοιπη βραδιά μας. Τον βλέπω ακόμα μπροστά μου με τη γαλάζια κελεμπία του, να γίνεται ένα με το πλήθος της οδού Σεν Ζερμέν και να χάνεται στον σταθμό του μετρό της οδού ντι Μπακ. Όπως είπα, στην αρχή ανησυχούσα για τη συνάντησή μου με τον Μαμαντού Σουμαρέ επειδή δεν ήμουν σίγουρος τι περίμεναν από μένα, τόσο ο ίδιος όσο και ο Γκλισάν. Δεν ήθελαν να απογοητεύσω κανέναν τους. Τώρα συνειδητοποίησα ότι και οι δύο ήθελαν να παραδώσουν ένα μήνυμα ο ένας στον άλλον, ότι με χρησιμοποιούσαν σαν ένα μονοπάτι, όχι έναν ανοιχτό δρόμο, αλλά σαν το ίχνος ενός δρόμου, για τη σχέση τους. Είχα γίνει ένα ακόμα στρώμα στον αδιαφανή τρόπο που είχαν να σχετίζονται μέσω της επικοινωνίας. Αυτό που είχα σκεφτεί αρχικά σαν μία τυχαία συνάντηση δύο ανθρώπων από το Μάλι οι οποίοι παρακολουθούσαν ένα συνέδριο στο Παρίσι, ήταν κάτι πλήρως ενορχηστρωμένο. Τώρα μπορώ να δω ότι ο Γκλισάν είχε απλουστεύσει με ηγεμονικό τρόπο την απεικόνιση της αντίληψής του περί ενορατικής συνάφειας, για την οποία μίλησε με ένα πολύ ποιητικό, περίπλοκο τρόπο στη Philosophie de la Relation. Ήθελε να πάρω μαζί μου στις Ηνωμένες Πολιτείες κάτι που δεν μπορούσαν να με διδάξουν τα εγχειρίδια.

Μόλις την προηγούμενη ημέρα, ο Γκλισάν κι εγώ μιλούσαμε για το κινηματογραφικό μου εγχείρημα τρώγοντας μαζί με την Ανιές Μπ., την γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας που θαύμαζε το έργο του. Στη διάρκεια του δείπνου, ο Γκλισάν είχε ασκήσει κριτική σε αυτό που αποκαλούσε διαφάνεια της κινηματογραφικής εικόνας, και στη συστηματική και δογματική συγκόλληση πλάνων με σκοπό να παραχθεί νόημα. Για εκείνον, αυτό που έμενε εκτός πλάνου ήταν εξίσου σημαντικό με αυτό που ερχόταν στο φως. Οι καλές ταινίες ήταν αυτές που συνειδητά έπαιζαν με την προβολή σαν μια μορφή μεταμφίεσης, αυτές που αποκάλυπταν μεταθέτοντας το νόημα, λες και ήθελαν να δείξουν ότι δίνοντας μία ταυτότητα, έκρυβαν εσκεμμένα την ετερότητά της.

Είχα επωφεληθεί από αυτή την συζήτηση γύρω από τον κινηματογράφο για να ρωτήσω τον Γκλισάν αν υπήρχαν τρόποι να απλοποιήσει τις ιδέες του για μία ευρύτερη παρουσίαση στα αμερικανικά πανεπιστήμια, και αν η ταινία μου θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μέσο σε αυτή την προσπάθεια. Μου απάντησε ότι οι ιδέες του ήταν ήδη απλές∙ ότι αυτό που χρειάζονταν περισσότεροι οι Αμερικανοί, όπως και πολλοί Γάλλοι, ήταν να αλλάξουν νοοτροπία  και να περάσουν από τη νοοτροπία της παγκοσμιοποίησης σε αυτή της mondialite, της κοσμικότητας. Πρότεινε ότι χρειαζόμαστε να εισέλθουμε σε μία κατάσταση του κόσμου και του μυαλού η οποία ρέπει λιγότερο προς την ανακάλυψη και την κατάκτηση, και να υιοθετήσουμε μία φιλοσοφία της συνάφειας που θα αντιμετωπίσει τις διαφορές μας όχι σαν αυτά που μας χωρίζουν, αλλά σαν αυτά που μας συνδέουν ατομικά και συλλογικά στον Ένα Κόσμο, όπου η επικοινωνία ανάμεσα στις ενοράσεις μας δεν γνώριζε τα σύνορα της γλώσσας, της επικράτειας ή της εξουσίας. Όσο για την ταινία μου, όπως μου είπε ο Γκλισάν κοιτάζοντάς με και χαμογελώντας μου, στη θέση μου θα περίμενε μέχρι να φτάσουμε στη μέση του Ατλαντικού Ωκεανού και τότε θα έστρεφε την κάμερα στην υδάτινη μάζα, με την αβυσσαλέα της έκταση. Αυτό θα ήταν για εκείνον ολόκληρη η ταινία σε ένα πλάνο.

Κατά ειρωνικό τρόπο, την επόμενη μέρα ο Μαμαντού Σουμαρέ μου είπε να μεταφέρω στον Γκλισάν ότι, παρόλο που τα γαλλικά του ήταν στοιχειώδη, καταλάβαινε τι έλεγαν στο συνέδριο οι φιλόσοφοι και οι ποιητές. Μήπως αυτό που εννοούσε ο Γκλισάν μιλώντας για την είσοδο στην κοσμικότητα, ήταν η απόπειρα να καταλάβει κανείς τον Ένα Κόσμο προσεγγίζοντάς τον σαν μία ασάφεια αντί για μία διαφάνεια; Θα μπορούσε η οξύνοια της ενόρασης του Μαμαντού Σουμαρέ να είναι εξίσου εύγλωττη και ακριβής όσο η τέλεια γνώση της γαλλικής γλώσσας; Όπως σημειώνει ο Γκλισάν στο Philosophie de la Relation:

Το μεγαλείο πηγάζει από το ενορατικό ισοζύγιο (ατομικό ή συλλογικό) των σχέσεων με το Άλλο, όταν πρόκειται για ένα ζήτημα μιας χώρας με μία άλλη, και αλλού από την οξύνοια της αντίληψης μίας αισθητικής του κόσμου, προστάτιδας των αντιλήψεων της ισορροπίας ή της ρήξης (σε αρμονία με αυτές τις σχέσεις), όταν η εν λόγω αισθητική κινείται από τη μία κουλτούρα των ανθρωπιστικών σπουδών προς την άλλη: ισοζύγιο και οξύνοια, διαίσθηση και αντίληψη, όλα διατηρούνται σε ισοδύναμες αναλογίες.3

Η σύντομη γνωριμία μου με τον Μαμαντού Σουμαρέ ήταν η στιγμή που άλλαξε η στάση μου απέναντι στα κείμενα του Γκλισάν. Μέχρι τότε, τον διάβαζα, όπως πολλοί αναγνώστες, ως έναν θεωρητικό του μετααποικιακού, Μαύρου Ατλαντικού, και των μειονοτικών σπουδών. Κατά συνέπεια, θεωρούσα την συλλογή δοκιμίων του με τίτλο Caribbean Discourse (1989)4 για παράδειγμα, μία πραγματεία πάνω στην κριτική της μετα-νεγρότητας. Παρόλο που πολλοί είδαν το βιβλίο ως εφαλτήριο του κινήματος της κρεολότητας, εισήγαγε επίσης το πεδίο των Μαύρων σπουδών στις Ηνωμένες Πολιτείες στη ριζωματική σκέψη, τις μελέτες της αφρικανικής διασποράς και την επιμιξία (metissage). Τώρα ένιωθα, παρ’ όλα αυτά, ότι για να συνεχίσω να διαβάζω τον Γκλισάν στη γενεαλογία της μετααποικιακής θεωρίας έπρεπε να τον θεωρήσω ως έναν ανταγωνιστικό θεωρητικό αντί για έναν θεωρητικό της συνάφειας. Για παράδειγμα, αν ήμαστε εκπαιδευμένοι ώστε να διακρίνουμε την έννοια της διαφοράς στην ανταγωνιστική κριτική ως αντίθετη ενός νοήματος ή μίας επιστημολογικής κατασκευής του Άλλου, μία εκ νέου ανάγνωση του Γκλισάν θα μας προκαλούσε να προσεγγίσουμε την έννοια διαφορετικά, ως συνδεόμενη και σχετιζόμενη με τα ποικίλα στοιχεία του Ενός Κόσμου, περιλαμβάνοντας και αυτά που είναι αόρατα.

Τώρα, με τις νέες ενοράσεις του Γκλισάν, πρέπει να λάβουμε ως δεδομένο ότι κάθε «αλήθεια» και κάθε «πραγματικότητα» δεν έφτασε σε μας με τον τρόπο θα ήθελαν να πιστεύουμε τα καθεστώτα της επιστημονικής αφαίρεσης και διαφάνειας, αλλά ότι κάποιες από τις εκδηλώσεις τους φτάνουν σε μας ενορατικά, σαν μία σπίθα φωτός στο σκοτάδι. Ζητώντας μας να δούμε διαφορετικά την διαφορετικότητα, ο Γκλισάν θέλει να συνειδητοποιήσουμε τον θεμελιώδη ρόλο της στην κατασκευή του Ενός Κόσμου. Παραφράζοντας τον Γκλισάν, δεν πρέπει να υποκύψουμε στον κερματισμό του κόσμου, ούτε στις ασυμφιλίωτες διαφορές, τους δυαδικούς διαχωρισμούς, τον ανταγωνισμό των ειδών και των γενών. Πρέπει να καταπολεμήσουμε την επιθυμία να διαχωριστούμε σε απειλητικές ποικιλότητες, οι οποίες αφαιρούν κάθε αίσθηση ποίησης και φαντασίας από τις διαφορές μας. Η σπίθα της αλήθειας και της πραγματικότητας δεν πρέπει να απομονωθεί από το σκοτάδι και την αδιαφάνεια από την οποία πηγάζει. Ο Γκλισάν δεν αμφέβαλλε ότι η μετααποικιακή συζήτηση, όπως η κυρίαρχη αφήγηση του ευρωκεντρισμού στην οποία αντιτίθεται, έχει παρομοίως διαφύγει από αυτή την αδιαφάνεια, επιχειρώντας να καταλήξει σε εύκολα συμπεράσματα. Ένιωσε ότι αυτή η συζήτηση έχει πάρει την πλευρά της λογικής ενάντια στην ποίηση, της διαφάνειας ενάντια στην πολυπλοκότητα και έτσι έχει συνεισφέρει εξίσου στην καταστροφή των ζωών και του περιβάλλοντος (για παράδειγμα, μέσω του εθνικισμού που οδηγεί στη βία και στη μετανάστευση), όπως έκαναν οι πρώην αποικιστές και τώρα και οικονομικοί και πολιτιστικοί καταπιεστές. Έτσι ο Γκλισάν συνεχίζει να μας θυμίζει:

Ας μην ξεχάσουμε ποτέ ότι το ποίημα ήταν ενταφιασμένο σε μία κατάρρευση της γης. Από συνήθειο, παρά από ευκολία, η μοναδικότητα και η πολλαπλότητα των πραγμάτων παρουσιάστηκαν ως διαχωρισμένα ζεύγματα και δυϊσμοί, πριν ανακαλυφθούν τα γένη και τα είδη. Αυτός ο ρυθμός επέτρεψε μία καλύτερη διάκριση ανάμεσα στα πράγματα (εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε και να αντιδρούμε με βάση αυτό τον δυϊστικό τρόπο, και συχνά αντλούμε μία απροσδόκητη ηδονή απ’ αυτό). Όμως περιμένουμε επίσης την ανανεωμένη αντίληψη των διαφορών να αποκαλυφθεί και το ποίημα να αναδυθεί εκ νέου για άλλη μια φορά.5

Manthia Diawara, Édouard Glissant: One World in Relation, K’a Yéléma Productions, 2009, 48 λεπτά, film still

Το Philosophie de la Relation είναι ένα βιβλίο σχετικά με το πώς η ενόραση, η φύση και η ποίηση οι οποίες διασκεδάζουν το σκοτάδι της αδιαφάνειας αφαιρέθηκαν από την επικοινωνία, και πώς οι ανθρωπιστικές σπουδές αφέθηκαν στα χέρια των συστημάτων των γραμμικών και μεροληπτικών «μονογλωσσικοτήτων». Όλα όσα δεν αντανακλούν το ένα και το αυτό εξοστρακίστηκαν. Μάλιστα, το βιβλίο ανοίγει με τον θάνατο του ποιήματος, ο οποίος συμπίπτει με τη γέννηση της φιλοσοφίας. Ο Γκλισάν, στα ογδόντα του πια, θρηνεί για το γεγονός ότι δεν είναι πια σε θέση να ακούσει τον ήχο από τα νερά του καταρράκτη που κυλούν από το όρος Μπεζοντέν, στο χωριό της Μαρτινίκας όπου γεννήθηκε. Και η φύση, επίσης, καταστράφηκε από την άνοδο των τεχνολογιών μαζικής παραγωγής. Έτσι το ποίημα, η ανθρώπινη φύση μας, χάθηκε στην άβυσσο, σαν αυτούς τους αιχμαλωτισμένους Αφρικανούς που σπρώχτηκαν στον Ατλαντικό Ωκεανό, χωρίς κανέναν να τους θρηνήσει. Ο Ατλαντικός ήταν το μαυσωλείο τους, όπως είναι τώρα ένα μεγάλο νεκροταφείο για Αφρικανούς και άλλους ανθρώπους από το Νότο που επιχειρούν να φτάσουν στην Αμερική ή την Ευρώπη.

Ένα από τα διδάγματα που άντλησα από τη συνάντησή μου με τον Μαμαντού Σουμαρέ ήταν ότι για την ταινία μου, όπως και καθετί άλλο που αφορούσε τον Γκλισάν, οι μορφές επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και ανάμεσα σε αυτούς και το περιβάλλον τους ήταν ενστικτώδεις και αδιόρατες. Και κάθε προσπάθεια να υποβαθμιστούν ή να εκκενωθούν αυτές οι μορφές επικοινωνίας για χάρη της διαύγειας θα μπορούσε να είναι καταστροφική όσον αφορά στις ανθρωπιστικές σπουδές και το περιβάλλον. Ο Μαμαντού Σουμαρέ καταλάβαινε τον Γκλισάν και το έργο του επειδή ήξερε ότι τα ποιήματά του, τα τραγούδια και οι μύθοι του μιλούσαν γι’ αυτούς που χάνονταν στην αδιαφάνεια της θάλασσας. Ο Μαμαντού Σουμαρέ μπορούσε να σχετιστεί και να ξαναπεί τα ποιήματα και τα τραγούδια του Γκλισάν και των συναδέλφων του, παρόλο που δεν μπορούσε να μιλήσει τη γλώσσα τους, επειδή μπορούσε να μοιραστεί τα συναισθήματά τους. Και ο Γκλισάν, επίσης, καταλάβαινε τον Μαμαντού Σουμαρέ επειδή μοιραζόταν μαζί του τα βάσανά του, τα οποία αναμεταδίδοντας τα σε εμάς τους υπόλοιπους μέσα από τα ποιήματά του για τον Ατλαντικό ως μαυσωλείο των αιχμάλωτων Αφρικανών και μέσα από τη φιλοσοφία της συνάφειας, μέσω της οποίας βρίσκουμε τον εαυτό μας δια της ταύτισης με τα προβλήματα των άλλων.

Σε εκείνο το συνέδριο του 2008 στο Παρίσι, ο Γκλισάν και ο Μαμαντού Σουμαρέ με προσκάλεσαν ώστε να μοιραστώ μαζί τους τις ενοράσεις μας για τις νέες ανθρωπιστικές σπουδές, τις πληγές μας για να φτάσουμε εκεί και τους εορτασμούς μας, χωρίς θριαμβολογίες και χωρίς να αναγνωρίζουμε αυτούς που υπέφεραν περισσότερο ή ήρθαν πρώτοι, ή απολάμβαναν ειδικές νομιμοποιητικές ιεραρχίες που είχαν στηθεί από λογοκεντρικά συστήματα τα οποία κυβερνούσαν τον παλιό κόσμο του αφέντη και του σκλάβου, του νεοφιλελεύθερου και του ξενοφοβικού εθνικισμού. Τότε ξαφνικά κατάλαβα ότι όπως κι αν ήταν η ταινία που θα γύριζα για τον Γκλισάν, θα έπρεπε να περιλαμβάνει τον Ατλαντικό και τη φυσική βλάστηση της Μαρτινίκας, για να δημιουργήσει μία σχέση ανάμεσα στα δύο μέρη, και για να τα κάνει να αντηχήσουν πέρα από τους αξεδιάλυτους διαχωρισμούς της φυλής, του φύλου και της τάξης. Θα έπρεπε να ανοίγει τις φαντασίες μας στις δυνατότητες της αντιδιαστολής, της φυλετικής μόλυνσης, της κρεολοποίησης και των ρευστών συνόρων.

Αποφάσισα ότι η ταινία μου έπρεπε να εμπνευστεί από την ισχυρή πεποίθηση του Γκλισάν και του Μαμαντού Σουμαρέ ότι η ενόραση είναι μία «επιστήμη» η οποία μοιράζεται ατομικά και συλλογικά, ότι μας δίνει την αυτοπεποίθηση να μιλήσουμε με τις διαφορετικές μας προφορές μπροστά σε όλες τις γλώσσες του ενός κόσμου σε συνάφεια. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η ταινία μου θα έπρεπε να περιστρέφεται γύρω από τρία θέματα: την αναχώρηση (τον θάνατο του ποιήματος και την αρχή της ανακάλυψης, της κατάκτησης και της οικοδόμησης εθνών)∙ το μέσον (για να συμπέσει με αυτό που ο Γκλισάν αποκαλεί εναλλακτικά το μέσο πέρασμα, η άβυσσος ή η αδιαφάνεια)∙ και την επιστροφή (όπου οι ελεύθεροι άνθρωποι πασχίζουν να ανασύρουν το ποίημα, να αποδεχθούν τη διαφορά με θετικό τρόπο, ως αυτό που μας ενώνει, όχι μέσω της κατάκτησης, αλλά μέσω της αλληλεγγύης).

Και η τελική μορφή της ταινίας παρέμεινε πιστή σε αυτές τις αρχικές ιδέες, καθώς καταγράφει τα ταξίδια μου με τον Γκλισάν πάνω στο Queen Mary II διασχίζοντας τον Ατλαντικό από το Σαουθάμπτον του Ηνωμένου Βασίλειου μέχρι το Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, όπως επίσης και το διάστημα της διαμονής μαζί του στην πατρίδα του τη Μαρτινίκα στην Καραϊβική, όπου μιλήσαμε για το έργο του και τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήλπισα τότε, και συνεχίζω να ελπίζω και σήμερα, ότι μια τέτοια κινηματογραφική δουλειά θα διέθετε τη δύναμη να πυροδοτήσει τις ενοράσεις των θεατών σε διαφορετικές τοποθεσίες του κόσμου και να αποκαλύψει τα ίχνη του «γκλισάντιου» ποιήματος. Όπως σημειώνει στην ταινία μας ο Γκλισάν, ο τεχνικός της αντιδιαστολής (της από – πατρότητας)  και επικλητής του ποιήματος: «Στο πλοίο των σκλάβων χάσαμε τις γλώσσες μας, τους θεούς μας, όλα τα οικεία μας αντικείμενα, τα τραγούδια μας, τα πάντα. Χάσαμε τα πάντα. Το μόνο που απέμεινε ήταν ίχνη. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η λογοτεχνία μας είναι μία λογοτεχνία που αναζητά ίχνη».6

 

Μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς

Manthia Diawara, Édouard Glissant: One World in Relation, K’a Yéléma Productions, 2009, 48 λεπτά, film still

1 Édouard Glissant: One World in Relation, σκην. Manthia Diawara, Στα γαλλικά με αγγλικούς υπότιτλους, 48 λεπτά (K’a Yéléma Productions, 2009).

2 Édouard Glissant, Philosophie de la Relation (Παρίσι: Gallimard, 2009).

3 Ό.π., σ. 29. Μετάφραση του συγγραφέα.

4 Édouard Glissant, Caribbean Discourse: Selected Essays, μτφρ. J. Michael Dash (University Press of Virginia, 1989).

5 Glissant, Philosophie de la Relation, σ. 15. μτφρ. του συγγραφέα.

6 Édouard Glissant: One World in Relation.